21/9/11

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ ΙΙΙ.

Σεπτέμβρης.
Πέρασε γρήγορα ο καιρός.
Εδώ δεν έχουμε ρολόγια.
Κρατάμε ημερολόγια.

Μπαρκάραμε πάλι. Δε ρώτησα καν προς τα πού πηγαίνουμε. Δεν έχει κανένα νόημα.

Αποφάσισα να ξυρίσω το κεφάλι μου.
Είναι ακόμη τα δόντια μου στην ίδια κατάσταση και όποτε βιώνω κάτι έντονα "δαγκώνω" τα χείλια μου- ξεχνάω, βλέπεις ότι δεν μπορώ πια να το κάνω αυτό- κι έπειτα μου κρατάει για λίγη ώρα η μεταλλική γεύση του αίματος.
Δεν κλείνουν οι πληγές, το'πε κι ο γιατρός, θα πάρει καιρό.

 Εκείνη τη φορά που'χε φύγει το κορίτσι τα πράγματα ήταν λίγο πιο εύκολα για μένα.
 Τρόπος του λέγειν, πιο εύκολα
Απλά χρειάστηκε μόνο μερικές μέρες για να επανέρθουν τα χείλη μου στα κανονικά τους.
 Θα ήμουν ψεύτης αν έλεγα πως δε με ξεσήκωναν τα δαγκωτά της φιλιά.
 Κι ας γκρίνιαζα συνέχεια για τα "καημένα τα χειλάκια μου που όλο τα ματώνεις".
Κατά βάθος μου άρεσε.  Ένιωθα ότι είναι μεγάλη τιμή για μένα, να υπάρχει ένα πλάσμα σαν αυτό,
τόσο εύθραυστο και τόσο τρυφερό,
αδάμαστο  και αναμφίβολα ελεύθερο
 που με τη θέλησή του επέλεξε εμένα για "δεσμώτη" του.
Που ήθελε να με φιλάει να με φιλάει να με φιλάει
 και να με κατασπαράζει με κάθε του ανάσα και βλέμμα.

Δεν ξέρω.
Τάχα με τα χρόνια αποκτάς εμπειρία και κάνεις λιγότερα λάθη.
 Ποιος το λέει;
Κάθε μέρα για μένα ήταν μια καινούργια κρεμάλα.
Δεν έβρισκα ποτέ τα γραμματάκια στις παυλίτσες
κι όλο η αγχόνη με υποδεχόταν σαν αγκαλιά.

Γι'αυτό σου λέω.
 Θα το ξυρίσω το κεφάλι μου.
Άφησα και μουστάκι,
 δεν ξέρω,
μπορεί να μη βλέπουν έτσι οι άλλοι τι έχει πάθει το στόμα μου,
 μπορεί κι εγώ
 να μη χαϊδεύω κάθε πρωί και κάθε βράδυ
 εκείνο το σημείο που της άρεσε να μου αφήνει ματωμένο.
 Και μετά να γελάει προκλητικά και ανέμελα , "έτσι, για να με σκέφτεσαι", μου'λεγε το παλιοκόριτσο
 κι έφευγε χοροπηδώντας. Λες και χρειαζόμουν κάτι για να τη θυμάμαι.
 Σάμπως έφευγε και ποτέ από τη σκέψη μου;

Αλλά τώρα τι μ'έπιασε πάλι και τα σκέφτομαι αυτά, ο χρόνος πίσω δε γυρνάει.
 Τρώω 2 μέρες τώρα το ίδιο φαϊ. Ούτε που καταλαβαίνω τι.
 Έτσι μόνο μασάω μηχανικά, καταπίνω, παίρνω τα χάπια μου, πίνω νερο, αυτά.
Δεν μου επιτρέπεται να καπνίσω.
 Δεν μπορώ ούτε να πιω.
 Να δω τι σκατά θα κάνω.
 Ο πόνος είναι πολύ οξύς,
μαχαιριά νιώθω ότι έφαγα.

 Σχεδιάζαμε καιρό αυτήν την εποχή να την περνούσαμε ο ένας μέσα στον άλλο.

 Και δεν μπορώ ν'αντέξω σήμερα έτσι μόνος,

άδειος

και βουβός,

 την πρώτη βροχή του χειμώνα.
  




η πρώτη βροχή.
λέγαμε πως δε θα ερχόταν ποτέ.
πως δεν θα μπορούσε να χαλάσει το καλοκαίρι μας.
πως αν συνέβαινε
εμείς θα ήμασταν πίσω από ένα νοτισμένο παράθυρο με τις κουρτίνες ανοιχτές,
 θα βλέπαμε τις σταγόνες  στο τζάμι και τον άνεμο να λυσσομανάει

και θα κάναμε έρωτα.

πάντα η βροχή με κάνει να σκέφτομαι τέτοια.
 και να θέλω να τα ζήσω.

 μαζι

 σου.

συννέφιασε σήμερα, έπεσε κι η θερμοκρασία.
κι έπιασε μπόρα, εκεί, προς το απόγευμα. την ώρα που εμείς συναντιόμασταν και σταμάταγε ο χρόνος.

αστράφτει ο ορίζοντας κι αφήνει πίσω του μια μωβ λάμψη στον ουρανό.
μια ξαφνική ριπή του ανέμου έκανε τα φύλλα στα λιγοστά δέντρα να χορέψουν πάνω από τις στέγες
 μια τζαμένια επιφάνεια έσπασε με κρότο αναστατώνοντας τη γειτονιά.

πρώτη βροχή και πρόλαβαν ήδη να πλημμυρίσουν οι δρόμοι.

θες να περάσεις απέναντι κι όμως πρέπει να διασχίσεις έναν χείμαρρο με βρωμόνερα.

 αυτοκίνητα με αναμμένα φώτα σκίζουν το γυαλιστερό οδόστρωμα σαν ψαλίδι σε γιορτινή σατέν κορδέλα.

φυσάει ακόμα.

μάζεψα τις τέντες.
αστράφτει.

πρώτη βροχή και πρόλαβαν ήδη να πλημμυρίσουν τα μάτια μου.

θες να περάσεις απέναντι και να ξεχάσεις κι όμως πρέπει
να διασχίσεις έναν χείμαρρο γεμάτο στιγμές που σου'κοψαν την ανάσα.

αυτοκίνητα με αναμμένα φώτα σκίζουν το γυαλιστερό οδόστρωμα
 σαν ψαλίδι σε κορδέλα που τυλίγει σε συσκευασία δώρου όλο τον πόνο

 κι όλα σ' εσένα οδηγούν, όλα από 'σένα με παίρνουν μακριά.



μια αλλαγή στον καιρό που δηλώνει την καινούργια εποχή.

ίσως αυτή η ξαφνική νεροποντή
σήμανε και το δικό μας

τέλος.




- too afraid to love you -

 

11/9/11

Ημερολόγια καταστρώματος.

Μιαν Άνοιξη κι ένα ολόκληρο Καλοκαίρι.

Λέξεις σημειωμένες σε χαρτοπετσέτες.


πίστευα πως θ'άλλαζες γνώμη. ότι μ'αυτό που έγινε δύσκολα θα μπορούσες να φύγεις.



άφησα ανοιχτό το παράθυρο και σ'όλα τα βήματα αφουγκραζόμουν εσένα. άφησες ανοιχτό το κινητό και σ'όλους τους ήχους έψαχνα εμένα.


σήμερα πρώτη φορά με τσίμπησε το κεντρί της ζήλιας. και τρόμαξα.


νόμιζα δεν θα με νοιάζει και δεν θα συγκριθώ με κάτι.


νόμιζα θα ξαναγαγύριζες.


νόμιζα δε σ'αγαπούσα.


νόμιζα μπορώ να σε χάσω χωρίς κόστος. χωρίς ενοχές. χωρίς πισωγύρισμα. ήθελα να καταφέρω κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ. που δε φανταζόμουν. που δεν το περίμενα.


φώλιασε μέσα μου η θλίψη.


όταν θα γινόταν πραγματικότητα η απουσία θα έκλεινα το στόμα μου και δεν θα έλεγα σε κανέναν τίποτα. δε θα εξηγούσα. σε ποιον το χρωστάω, άλλωστε..; η ζωή αυτή είναι εδώ και είναι τώρα. και ζούμε ο ένας μέσα στον άλλο, ποιος μπορεί να καταλάβει τον ηλεκτρισμό που μας διαπερνάει και ποιος να πιστέψει ότι ταξίδεψε ο ένας στο σώμα του άλλου.










ευτυχώς δεν διαψεύστηκα. και γύρισες. και με γαλήνεψε το βλέμμα σου που γυάλιζε από πόθο και με ξεσήκωσαν τα δόντια σου που πάνω τους ο ήλιος σπαρταράει. και όλα τα άλλα έπαψαν πια να έχουν σημασία.


και τώρα ξέρω.










ναι, σ'αγαπώ.


3/9/11

Ημέρα Πρώτη.



Δεκέμβριος 2009.






Το παράθυρο είναι βρώμικο. Έχει σημάδια από μυγοχέσματα και βροχή ξεραμένη.


Δεν έχω τι άλλο να κάνω εδώ μέσα, παρατηρώ τα σημάδια.


Σε μισή ώρα τρώμε.
-----------------------------------------------------------------------------------

Το φαγητό ήταν μέτριο. Αρακάς σχεδόν κρύος και τίγκα στη λαδίλα. Αλλά πεινούσα.


Κάθισα άκρη άκρη στο τραπέζι.


Τον αρακά τον τρώγαμε με κουτάλι. Τόσο πολύ λάδι και ο αρακάς σαν ανεμοβλογιά του βάζελου.


Ενός το κουτάλι ήταν κυρτωμένο. Γιούρι Γκέλλερ φάση. Νομίζω πως έφαγε με ακροβατικές κινήσεις.


Βασικά δεν κοίταζα και πολύ.


Κάθισα στο τραπέζι με τους λιγότερους ανθρώπους.Προσφέρθηκα να βοηθήσω στο καθάρισμα.


Προτιμώ τη χερωνακτική εργασία όταν πονάει το μυαλό μου.

--------------------------------------------------------------------------------------

Σουρουπώνει. Το μαγικό μούχρωμα. Με συνεπαίρνει πάντα.


Νομίζω μου μιλάει καμιά φορά.


Σήμερα, λέει , είναι ανάδρομη η Αφροδίτη. Κι εγώ, λέει, έχω στον κυβερνήτη μου Αφροδίτη (!)


Αλήθεια;


Έχει ειδήσεις. Μαλακίες. Ζώδια στις ειδήσεις. Πφ.


Νύχτωσε ρε.


Επιτέλους.


Νύχτωσε.


Τσιγάρο.
-----------------------------------------------------------------------------------


Φανελάκι-


Πυτζάμα-


Πόδια-


Δόντια-


Έτοιμοι, που λέει κι ο Ρουβάς.


Για τον ύπνο μάλλον χρειάζομαι καινούργια σελίδα.


Δεν το'χω.
------------------------------------------------------------------------------------------------------


Ημέρα δευτεράντζα. Παραλίγο αλλού.


Σημερα ηταν να παμε μια εκδρομη σε ενα χωριο εδω κοντα και μολις ξυπνησαμε ειδαμε εξω απο τα παραθυρα χιονι. Ε και κατσαμε μεσα.


Εμενα μου ειχε ταξει ενας τυπος οτι θα μου εβρισκε τη διευθυνση μιας γριας που διαβαζε το μελλον στις κορες των ματιων- ποσο σπουκυ..μπρρ , αλλα τελικα μου ειπε οτι η γρια επαθε κατι σαν εμφραγμα ή εγκεφαλικο (?), δε θυμαμαι, τα μπερδευω αυτα επειδη ξεκιναν απο Ε και τωρα πρεπει να περιμενουμε να δουμε αν και ποτε θα γινει καλα.




Μετα απο καμποση ωρα κι αφου ειχα ταχτοποιησει ολα τα υπαρχοντα μου στα συρταρια αποφασισα να παω να παρω εναν καφε και να κατσω στο παραθυρο και να κοιταζω εξω.


Η κοπελα στο μπαρ ηταν πολυ ευγενικη και δε με κοιταξε καθολου παραξενα, παρα τα σπασμενα μου δοντια και το σημαδι στο κουτελο. Μπορει και να της ειχαν μιλησει για μενα, βασικα, και απλα να ηταν ευγενικη και διακριτικη. Δεν μπορει, ολο και καποιος θα της σφυριξε οτι ''ο -τυπος- που -δε- μιλαει -και -κοιταει- απ'το- παραθυρο « εχει περασει μεγαλη φουρτουνα κι εφαγε της χρονιας του επειδη βρεθηκε στο λαθος σημειο τη λαθος ωρα.»


Μου'φτιαξε τον καφε, ενευσα ''ευχαριστω'' κι αρχισα να φυσαω το αχνιστο κυπελλακι. Με αυτην τη μυρωδια νομιζω συνερχομαι. Εχω κατι αναλαμπες που και που. Βλεπω κανα γλαρο να κανει τα αεροπλανικα του και με πιανω να μειδιω. Παλιοτερα χαμογελουσα κιολας. Αλλα τοτε δε μου ειχανε σπασει τα δοντια.
------------------------------------------------------------------------

Για μεσημεριανο ειχε παλι μια αηδια -απορω ποιος διαλεγει το μενου, κρεας κονσερβα και σαλατα λαχανο. Ειδα τον μαγειρα να κουβαλαει τα λαχανα βαστωντας τα κατω απο τις βρωμερες του μασχαλες και μετα φανταστηκα να τα κοβει, ετσι απλυτα, σε μπωλ, και να τα μοιραζει σε δισκους. Μου ανεβηκε ο καφες, κοντεψα να ξερασω και μονο στην ιδεα.


Ο τυπος με το Γιουριγκελλερκουταλι σημερα εφαγε μονο το λαχανο, θαυμασια επιλογη, σκεφτηκα απο μεσα μου, και μαλιστα το'φαγε με τα χερια. 'Ιου. Δεν ηθελα να το κανω αλλα ασυναισθητα το βλεμμα μου επεσε πανω στα δαχτυλα του, με τα κοντοκομμενα βρωμικα νυχια και το λιγδερο νυχακι του μικρου δαχτυλου γεματο απο πουρι αυτιου, μεγαλωμενο γι'αυτον ακριβως το σκοπο, για να γινει συλλεκτης πουριου. Λιαξ δηλαδη, ξερναω επιτοπου.


Δεν εφαγα τιποτα.
------------------------------------------------------------------------------------------

 
Το απογευμα δεν ειχα τιποτα να κανω και φορεσα τα ακουστικα απο το εμ-πι-θρι μου και ονειρευτηκα πρασινα λιβαδια και δεντροσπιτα και κουνιες και ποταμια κι ενα αλογο που μου ειχαν χαρισει οταν ημουν μικρος και που δεν προλαβα ποτε να καβαλησω αφου μας το κλεψαν κατι τσιγγανοι-αληθεια, τι απεγινε αραγε ο Τσοκο, ετσι τον ελεγα γιατι ηταν καφετης, ενα μικρο καφετι πουλαρι με ενα λευκο σημαδι στο μετωπο.


Με τουτα και με κεινα με πηρε ο υπνος και ουτε τα δοντια μου επλυνα. Νομιζω οτι αποφευγω ο,τι μου θυμιζει την καταντια μου.


Αν δεν ειχαν σπασει τα δοντια μου εκεινοι οι μαλακες τωρα ολα θα ηταν αλλιως.


Ή μπορει και οχι.

----------------------------------------------------------------------

Ημέρα πολλοστή, δε θυμάμαι. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που άνοιξα το τετραδιάκι αυτό που μου θυμίζει δημοτικό. Το είχαμε αγοράσει από ένα παρακμιακό μπακαλικάκι σ’ ένα ξεχασμένο χωριό κάπου στην άκρη του χειμώνα. Σίγουρα θυμάμαι τα άσπρα σου παπούτσια και που μίλαγες με τη θεία Θεανώ σ’ ένα καρτοτηλέφωνο. Μακρινό, φαντάζει, πολύ. Πόσο, 5 μήνες πριν να’ ταν; Δεν ξέρω, αλήθεια.


Τελικά από όσα σχεδιάζαμε ή περιμέναμε δε συνέβη τίποτα. Απολύτως. Κάποιος μπέρδεψε τις διαφάνειες με τα όνειρα ή τις προτιμήσεις και βρέθηκα τυλιγμένος με μεμβράνη φαγητού αντί γι’ αυτό που είχα παραγγείλει από τη ζωή μου.


Ήτανε μέρες που δεν τρώγαμε ποτέ και μια φορά που πρόκαμα να βάλω δυο μπουκιές στο στόμα μου, βρήκα ένα αιχμηρό κομμάτι από άσπρο πλαστικό σαν αυτά που ζουπάμε γύρω απ’ το ψωμί του τοστ για να μείνουν φρέσκα. Και αηδίασα κι ας ήταν παστίτσιο. Μετά είχε πάλι μπάμιες, σπανακόρυζο, μπάμιες, αγκινάρες, κρέας που μύριζε άγρια δύση και ήλιο και σαπίλα και κοράκια από πάνω να κρώζουν χαιρέκακα γυροφέρνοντας την απρόσμενη τούτη λεία. Κάποτε έλεγαν θα τρώγαμε και παγωτό αλλά απ’ ότι έμαθα μόνο παγωτό δεν ήταν αυτό και δεν δοκίμασα ποτέ.


Μέρες τώρα μακριά από ‘κει και δεν ξέρω αν πρέπει να θυμάμαι ή να ξεχνάω. Σίγουρα πολλά αξιόλογα συνέβησαν αλλά τα πιο κραυγαλέα ήταν τα αρνητικά και δε νομίζω πως μου κάνει καλό να τα θυμάμαι. Τουλάχιστον όχι ακόμα.


Σε αυτό το τετράδιο είχε αφήσει μια φορά διπλωμένο μέσα ένα γράμμα μια γκόμενα. Έκανα καιρό να το ανακαλύψω και ομολογώ πως το διάβασα τυχαία σε μιαν ανύποπτη χρονική στιγμή και αφού είχα πείσει τον εαυτό που πως δε μου άξιζε και με έπειθα σιγά σιγά πως την ξεπέρασα. Αλλά, δεν. Έκανα λάθη. Ποιος δεν κάνει. Αλλά μετανιώνω που φέρθηκα τότε σαν κόπανος. Θα μπορούσε αυτός ο γαμημένος μου εγωισμός να την είχε συγχωρέσει. Θα μπορούσα βασικά να έχω παραδεχτεί εγκαίρως το πόσο την αγαπώ και τη χρειάζομαι για να παραμείνει ο κόσμος μου γεμάτος εξοχές και σύννεφα και ταξίδια αστρικά και καύλα ως το θεό. Αλλά δεν το έκανα. Και πέρασε ο καιρός κι εκείνη έπρεπε να φύγει κι εγώ νόμιζα ότι έπρεπε να το παίξω άντρας και να την αφήσω να φύγει. Πικραμένη, μόνη και άδεια. Είχα ανέβει τη μέρα που έφευγε πάνω στο βουνό κι έβλεπα το λεωφορείο της να χάνεται στο φιδωτό δρόμο. Και έκλαψα σα μωρό. Είχα πέσει πάνω στις πευκοβελόνες και έκλαιγα τόσο δυνατά που τρόμαξα κι εγώ ο ίδιος με τη φασαρία που έκανα. Φυσικά δεν το είπα σε κανέναν, δεν το ξέρει κανείς, εκείνη δεν θα μάθει ποτέ τι μου συνέβη εκείνο το καλοκαίρι.


Άρχισε να βρέχει, καλύτερα να κλείσω το παράθυρο.


Εκείνο το κορίτσι μου λείπει θανάσιμα.


Τη φώναζα ‘’καλοκαίρι’’.


Φυσάει κιόλας. Τι κάθομαι και θυμάμαι. Ας κλείσω το παράθυρο.


Θα διαβάσω μία ακόμα φορά το γράμμα της και θα πέσω για ύπνο.


Πάρ’τα μαλάκα. Το κορίτσι σ’αγαπούσε. Μαλάκα.



πήγε σήμερα στη δουλειά πάλι με βαριά καρδιά, όπως και χτες και προχτές, όπως και αύριο και όλες τις υπόλοιπες μέρες. κοίταξε στα κλεφτά από τις ξύλινες χαραμάδες, δεν είδε καμία κίνηση από απέναντι και ανάσανε με ανακούφιση. διέσχισε το δρόμο, ακολούθησε τη γνωστή διαδρομή,έφτασε στον προορισμό της με ένα σωρό σίδερα να σφυροκοπάνε το κεφάλι της. αν ήταν άλλη μέρα θα έψαχνε να βρει ευκαιρίες να περάσει από εκεί και να καθυστερήσει επίτηδες στη διαδρομή βρίσκοντας χίλιες αφορμές. όχι όμως, σήμερα. ούτε και χτες, ούτε κι αύριο, ούτε και τις υπόλοιπες μέρες.


λούστηκε κι έβαλε εκείνο το αφρόλουτρο που πήγαινε σετάκι με την κρέμα σώματος και που τόσο τον τρέλαινε. που τη φιλούσε και δεν χόρταινε να ρουφάει τη μυρωδιά της, που έσκιζε τις σάρκες της για να τις φάει εκείνος και να κοιμηθεί ήρεμος και ευτυχισμένος στα μικρά της μπράτσα που μύριζαν έρωτα και κανέλα.


άνοιξε διάπλατα το παντζούρι κι όρμησε μέσα το γιασεμί από την απέναντι αυλή. χώθηκε αυθάδικα στα ρουθούνια της και κατέβηκε γρήγορα ως τα πνευμόνια, βούτηξε στο αίμα, πήγε βόλτα ως κάτω χαμηλά στ' ακροδάχτυλα και γύρισε πίσω φορτσάτα για να γίνει άρωμα τριπλής απόσταξης αναβλύζοντας από τα λυπημένα της μάτια.


ντύθηκε βιαστικά χωρίς να βάλει κρέμα προσώπου, αποφεύγοντας έτσι άλλη μία μοιραία συνάντηση με τη μυρωδιά του γιασεμιού που τόσο πολύ της θύμιζε εκείνον και που τώρα πια η θύμησή του μόνο πόνο της προκαλούσε.


αυτήν τη φορά είχε προκαλέσει τον εαυτό της να αφεθεί και να μη σημειώνει ημερομηνίες, να μη φυλάει εισιτήρια και αποδείξεις, να μη βγάζει φωτογραφίες και να μην αποθηκεύει κάθε στοιχείο που θεωρούσε σημάδι. αυτήν τη φορά είχε πει πως δε χρειαζόταν να ζει σε κανέναν πύργο κρυμμένη και πως μπορούσε να αφεθεί σε κάτι που έμοιαζε τόσο τρελό όσο ο έρωτας, σε κάτι που ήταν τόσο αγνό όσο η αγάπη. είχε πει πως άξιζε απλά να ζήσει και αφέθηκε εντελώς. και για μερικές στιγμές είχε καταφέρει να αγγίξει την ευτυχία και να γεμίσουν τα μάτια της δάκρυα από την ανείπωτη χαρά. και ήταν κάτι που δεν το περίμενε, που δε φανταζόταν, που όσο κι αν είχε ονειρευτεί δεν μπορούσε να φτάσει μέχρι εκεί ούτε καν με το νου.


τότε ήταν ο χρόνος συμπαγής και ελαστικός. ήταν οι μέρες γεμάτες και οι ώρες απλά ψηφίδες που γέμιζαν το μωσαϊκό του χρόνου με σχήματα και χρώματα. καμία νεκρή αγάπη δεν μπόρεσε να φτάσει το μεγαλείο αυτής της αγάπης. καμία μουσική δεν μπορούσε να συγχρονιστεί με τα παλλόμενα σώματά τους σ'αυτόν τον άγριο χορό και καμιά μελωδία δεν μπόρεσε μέσα της να κλείσει τα σ'αγαπώ και τα φλεγόμενα μες στο σκοτάδι μάτια τους που αχόρταγα κοιτάζονταν βαθιά.


όσα φεγγάρια τους συνόδευαν στα κρυφά τους νυχτέρια κοκκίνιζαν από ντροπή κι όσα αστέρια άντεξαν από τη φωτιά και δεν σκόρπισαν στη θάλασσα σε ασημένια βροχή, θα θυμούνται για καιρό δυο καρδιές να τρέμουν από έρωτα και να τυλίγονται η μία πάνω στην άλλη σαν να μην υπάρχει αύριο.


τα ζεστά τσιμέντα στην ταράτσα και η όπερα στο λιμάνι, τα γέλια και η ησυχία εκεί πάνω, τα παθιασμένα φιλιά και οι ατέλειωτες αγκαλιές, ένα ποτό που μοιραστήκανε, κάτι φωτογραφίες που βγήκαν κουνημένες μα τόσο όμορφες, μία μπουγάδα γεμάτη άσπρα σώβρακα, δυο τούβλα, μερικά νεκταρίνια, μάτια, δόντια, χείλη.


λέξεις και αστεία, πώς γίνεται μερικά πράγματα να είναι τόσο πεζά και στον έρωτα να παίρνουν όψη μαγική, πώς γίνεται το ίδιο πράγμα να το λες πενήντα χρόνια αλλιώς και μέσα σε μια στιγμή αυτό ν'αλλάζει έννοια. και να σ'αρέσει που αλλάζει. δεν ξέραν τι να κάνουν με τα χέρια τους, αυτά τα χέρια που είχαν πιάσει κι είχαν χαϊδέψει τόσα πράγματα και τόσα κορμιά, δίχως νόημα, δίχως υπόσταση, δίχως αγάπη.


μια παραλία που άκουσε τόσα επιφωνήματα θαυμασμού από κόσμο ξένο, μια παραλία που έμπηξε μια πινέζα βαθιά στην ψυχή για να θυμίζει εκείνο το απόγευμα το ονειρεμένο. που είχε κάστρα στην κορφή και κοχύλια στις χούφτες. με μια λυπημένη στην άμμο γοργόνα που ένα γυμνό πόδι τη σημάδεψε στην επίπεδη κοιλιά. που την αγκάλιασε με όλη του την αγάπη ο ουρανός και της έστειλε όλα του τα σύννεφα με αφρούς και ξέφτια κόκκινα και γκρι για να την τυλίξουν στοργικά. που ως και η βροχή κατέβηκε μαλακά να τη χαϊδέψει και να την ποτίσει με έρωτα. που το φεγγάρι γελούσε κι έλεγε θα μείνω εδώ για πάντα, μαζί σου, γιατί σ'αγαπώ και μ'αγαπάς και είναι μόνο αυτό που μετράει και τίποτα πια στον κόσμο αυτό δεν έχει αξία.


που ένα κορίτσι ήταν το καλοκαίρι κι ένα αγόρι ήταν ο μόνος ήλιος αυτής της εποχής.

















3/11/10

δική μου λύπη



Πόσο λυπημένη νιώθω σήμερα,
απογοήτευση και θλίψη 
ο ουρανός ανάμεσα στο κίτρινο, το γκρι και το γαλάζιο,
τσέπες γεμάτες κινητά, εμ πι θρι, εισιτήρια,
έχω τόσο κουραστεί.


Στο δρόμο πανικόβλητοι πεζοί,
εκνευρισμένοι οδηγοί, κόρνες, φωνές, χειρονομίες,
τραμ, λεωφορεία, μετρό, με κόσμο ως τις πόρτες στριμωγμένο,
ένας παππούς διαβάτης σταμάτησε όλη την κυκλοφορία στο Χαλάνδρι.

Υπάρχει τρόπος για όλα και σίγουρα θα βρεις λύση,
άργησες κι ας ήταν εκεί κοντά η στάση,
τρέχεις σε διαδρόμους, σκάλες, εμπορικά κέντρα, ασανσέρ, στενά,
αλλιώτικοι άνθρωποι εδώ, καλοντυμένοι, πιο ξέγνοιαστοι, πιο ''αλλού'',
τα μαγαζιά απλησίαστα για τους μη προνομιούχους κι όμως τόσο θελκτικά.



Χρόνια πριν και με λιγότερες έγνοιες μα με καρδιά πάντα μισή
στα ίδια μέρη που κάποια πρωινά έφευγες σαν κυνηγημένη, 
πεινασμένη για μπρέκφαστ κι αγάπη κι ας μην ήταν τα  τίφφανυ'ς στη γειτονιά,
σταγόνες από όξινο παρελθόν σου πότισαν το δέρμα ,
η μπυραρία, ο καφενές, ο ευριπίδης στη στοά, το γωνιακό με τη ''φουσκόπιτα'' 
πότε τα χρόνια περάσαν κι άφησαν πίσω τους μονάχα ονόματα

μια σοκολατερί στη γωνία με χρώματα και βινύλλια σ'έκανε πικρά να χαμογελάσεις
κι απότομα μεταβολή και πίσω, γιατί ως γνωστόν με τους δίσκους βάζεις τα κλάματα ,
μπαίνεις στο τραμ, βρίσκεις θέση, επιλέγεις την πιο μακρινή διαδρομή,
κουμπώνεις στ' αυτιά τ' ακουστικά, βυθίζεσαι στη μουσική, 
σήμερα ούτε μπαϊρούτ ούτε καλέξικο σε κάνουν καλά,
κάπως παράξενα όμορφα είναι σήμερα τα μαλλιά σου και σε κοιτάνε τ'αγόρια
ή μπορεί να'ναι η λύπη που σου πάει.

30/10/10

Θυμωμένη. Αυτό είμαι, Θυμωμένη,οργισμένη, εκνευρισμένη, 

Έξαλλη.

Ξυπνάς ένα πρωί και λες ''τι στο καλό, θα παν όλα κατ' ευχήν σήμερα, γιατί έτσι'' και χαμογελάς και ξεκινάς τη μέρα σου με κέφι.
Πας σε μια καινούργια δουλειά, όλοι σου λένε πόσο καλός είναι ο εργοδότης και πόσο ήρεμη θα είναι η καθημερινότητά σου δουλεύοντας εκεί, πράγμα που το'χες απόλυτα ανάγκη μετά από όσα πέρασες τελευταία,  πως ''θα ριζώσεις'' και θα περάσουν οι μήνες και τα χρόνια κι εσύ ακόμα εκεί, με χριστούγεννα και πάσχα διακοπές και αύγουστο ολόκληρο δικό σου, λεφτά καλά, παιδιά εντάξει, ποσοστά, παροχές,φάση οικογενειακή και τα ρέστα. Τι στο καλό, λες από μέσα σου, τι στο καλό, ρόδα είναι και γυρίζει και μάλλον τώρα γύρισε (?).
Γυρίζεις σπίτι, ο κολλητός σου έχει επιστρέψει από έξω και θέλει να'ρθει για καφέ, να τα πείτε. Ο αδερφός σου δουλεύει απ' το πρωί, όμως, κι όταν γυρίσει θα θέλει να ξεκουραστεί. Σέβεσαι την ανάγκη του άλλου και την έλλειψη προσωπικού χώρου κι εφόσον ζει και κοιμάται στο σαλόνι λες ''όχι'' στον κολλητό σου με την ελπίδα να μην παρεξηγηθεί, λες όχι στους δικούς σου φίλους για καφέ, όχι στην τηλεόραση όχι στο ίντερνετ και τον υπολογιστή, επίσης στο σαλόνι. Και σου σκάει το παραμύθι ότι, ξέρεις, δε σε ρωτάω, κι ας είναι σπίτι σου, απλά στο ανακοινώνω, ότι το σουκου που εσύ κανονικά θες να ξεκουραστείς και να ηρεμήσεις, δεν θα τα καταφέρεις, γιατί θα έρθουν δυο φίλοι μου.Κι αν του πεις ''μην το παρακάνουν, εδώ δεν είανι ξενοδοχείο'' σε ρωτάει ''τι εννοείς'' λες και δεν κατάλαβε.Και φυσικά τα παίρνεις που θα έχεις 2 μαντραχαλαίους εδώ ενώ ξεκίνησες δουλειά και θες την ησυχία σου και που μετά θα πλένεις σεντόνια και κουβέρτες γιατί φυσικά δε χωράτε στο σπίτι κι αυτοί θα κυλιούνται στα πατώματα οπότε φάτην, κι εκείνος απλά το παιζει κινέζος και σε γράφει στα παπάρια του.Ενοχλείσαι, νευριάζεις, δε μιλάς, κοιμάσαι, αύριο νέα μέρα μάλλον θα'ναι, λες, πριμένεις να σου περάσουν τα νεύρα για να το συζητήσεις.
Πας στη νέα σούπερ ντούπερ- και καλά -δουλειά, μαθαίνεις γρήγορα , οι συνάδερφοι σε θέλουν εκεί, σε στηρίζουν, περιμένουν από σένα βοήθεια, εκπαιδεύεσαι, είναι μαζί σου πολύ ικανοποιημένοι, στροφάρεις, νιώθεις, πας 10 βήματα μπροστά τη φορά, λες στον εργοδότη ας μιλήσουμε όταν βρείτε χρόνο, με σκοπό να του ανακοινώσεις ότι συνεχίζεις γιατί το θέλεις κι εσύ, ενώ στην αρχή του'πες ''ας το τολμήσουμε, παρ'όλο που δεν το'χω ξανακάνει διότι είστε ήρεμος και πράος και μειλίχιος και συγκαταβατικός κι εμένα μου λείπει όλο αυτό '', με τη διαφορά ότι δεν έχετε συζητήσει το οικονομικό και γιαυτό τον προκαλείς σε συζήτηση και σκάει στο μίτινγκ ρουμ κι αυτός και η ρουκέτα του και η βόμβα του και όλα τα κακά της μοίρας του μαζί και η μασχαλίλα του και η άγνωστη για κείνον παρουσία της ρεξόνα , της νογκζίμα και όλων των συμπαθών- κυριών- που- σε -κάνουν- να -μη -μυρίζεις. Παθαίνει παράκρουση και λέει ότι τελικά εκείνος ήθελε να σε δοκιμάσει κι όχι εσύ εκείνον, πριν καταλήξεις ότι ναι δέχεσαι, δεύτερον , ότι περίμενε πράγματα από σένα, (στις 3 μέρες που είσαι εκεί!!!!!!!!!), ήτοι να βγεις στους δρόμους και να πουλήσεις σε πελάτες, και τρίτον, ότι όλα αυτά θα τα κάνεις με το βασικό μισθό ανειδίκευτου εργάτη, όπερ σημαίνει 600 (? ) ή μήπως λέω πολλά?.. ευρώ, συν ένα ποσοστό επί των πωλήσεων, αν και εφόσον τα καταφέρεις και αφού συζητηθεί το ποσοστό αυτό.
ε και μετά αφού έχουν κοπεί τα πόδια, τα φτερά σου και τα ήπατα, καπνίζεις λίγο, πίνεις πιο πολύ, δεν κλαις αλλά πεισμώνεις και λες ότι όχι, έχω γνωρίσει παρανοϊκούς, εντοπίζω από την αρχή προβληματική συμπεριφορά και δεν πρόκειται να την ανεχτώ και μάλιστα για 600 γαμημένα ευρώ ενώ θα είμαι ολημερίς στους δρόμους, το κρύο, τη βροχή, την πατικωμάρα και την μπίχλα στα τρένα, την άκυρη διαδρομή ως την αττική που από 10 λεπτά έχει γίνει 45', με ένα αφεντικό παπάρα, άδικο και άκυρο, και αποφασίζεις να τον πιστολιάσεις.
τη Δευτέρα αποχαιρέτα την την Κατερίνα που χάνεις.
ΜΠΑΜΜΜ!!!!





Υ.Γ. Σειρά έχει ο αδερφός σου τώρα.

4/8/10

Εκείνο Το Καλοκαίρι





'Η αλλιώς, Μακάρι Να Είχες Θυμώσει

Στο πιάτο τρεις φράουλες. κόκκινες, λαχταριστές. βάζει μισή στο στόμα και ρουφάει το χυμό. είναι τραγανή- την καταπίνει ολόκληρη και βγάζει έναν αναστεναγμό ικανοποίησης.

ο ήλιος δε ρώτησε κανέναν και όρμηξε στα παράθυρα. Γέμισε το δωμάτιο πορτοκάλια. πατάει ξιπόλυτη τα σχήματα, στο κίτρινο ζέστη, στη σκιά πιο νορμάλ. τραβάει τις λαδί κουρτίνες και το φως μπαίνει φιλτραρισμένο. τώρα νιώθει πως βρίσκεται στον ελαιώνα, μακριά, στο χωριό, παρέα με τα τζιτζίκια και τη μυρωδιά του ζεστού χώματος.

ονειρεύεται το καλοκαίρι. άμμο και κοχύλια. αλάτι ξεραμένο στο δέρμα. στραβοπατημένες σαγιονάρες, σανδάλια δερμάτινα . μαλλιά ατίθασα και μπλεγμένα απ' τον αέρα. πλάτη δυνατή απ'τις απλωτές, σημάδι λευκό σ' ολα τ'απόκρυφα του κορμιού. πολύχρωμα μαγιώ και πετσέτες νωπές απλωμένα στο σύρμα. Ζουμιά από καρπούζι μέχρι τα’ αυτιά, μύγες τριγύρω, χαχανητά, καλαμπόκι ψημένο, ηλιόσποροι με αλάτι.

μαζεύει τα πράγματά της. δεν θα φύγει. θέλει απλώς να τα'χει έτοιμα για παν ενδεχόμενο. να βρει πρώτα νησί ν'αράξει. φίλους κάνει πολύ εύκολα, δεν ανησυχεί. αν είχε σκύλο θα τον έπαιρνε μαζί. έχει ποδήλατο και σκέφτεται πώς θα τα ταιριάξει. να χωρέσουν τ'απαραίτητα.

στη λαϊκή σήμερα ζήλεψε τα κόκκινα της ντομάτας και τα πράσινα της πιπεριάς. το κίτρινο του λεμονιού τη γέμισε αισιοδοξία και τα λογής λογής μπουκέτα της φώναζαν να τ'αγοράσει. ένα πορτοκαλί δυνατό, εκτυφλωτικό , της ζήτησε να φαγωθεί: ΦρέσΚαρότα. Κάνουν καλό και στο μαύρισμα.

Στο δρόμο ένα παιδί με βρώμικα γόνατα και φλογισμένα μάγουλα της φώναξε ‘’έϊ κοπέλα’’ και κρύφτηκε πίσω απ’ το κόκκινο ντάτσουν. Μια γάτα που ήλιο νωχελικά εκείνη την ώρα μάζευε πήδηξε απ’ την καρότσα και βούτηξε σ’ έναν κάδο. Τόσο ντελικάτη κι όμως δεν την πτοεί η ξινή, βαριά μυρωδιά απ’ τα σκουπίδια .



Στο ισόγειο της πολυκατοικίας είχε δροσιά και το ποδήλατό της γυάλιζε προκλητικά χαρούμενο στη γωνιά του. Ανέβηκε μερικούς ορόφους και ταχτοποίησε τα φρούτα κι όλα τα υπόλοιπα στο ψυγείο. Άνοιξε το κρύο νερό και χώθηκε ολόκληρη μέσα στην κρυστάλλινη δροσιά του.

Παλιά , πολύ παλιά, αγαπούσε ένα αγόρι από μακριά- παλιά αγαπούσε πολλά αγόρια αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο- τότε που αγαπούσε αυτό το ένα αγόρι, το πρώτο, νόμιζε πως είχε βρει το κλειδί για έναν άλλο κόσμο. Και πως όσα ζούσε την έκαναν κοινωνό και συμμέτοχο σε κάτι κρυφό. Συνένοχοι. Είχανε πάει διακοπές σ’ένα νησί και είχαν κάνει σεξ μες στο ντους, την είχε αιφνιδιάσει, θυμάται. Της είχε αρέσει όμως, πολύ. Κάτι πρωτόγνωρο, κάτι πιο άγριο και μαζί τρυφερό. Μια ένωση. Οι δυο τους και το νερό.



Μετά μια άλλη φορά που αγαπούσε ένα άλλο αγόρι -για λίγο μόνο, μετά αυτός αρραβωνιάστηκε μιαν άλλη- είχανε πάει στο δάσος και δοκίμασαν κορμούς δέντρων που μύριζαν ρετσίνι, χώματα με πευκοβελόνες και σπηλιές που μύριζαν μούχλα. Μια περιπέτεια που άφησε πίσω της μια οσφυαλγία, ρούχα με κολλημένο ρετσίνι και τριμμένα απ’ το χώμα σορτσάκια.



Μια μέρα, στη μικρή πόλη που σπούδαζε, είχε εξεταστική και αγαπούσε ένα άλλο αγόρι που την πήρε τηλέφωνο όταν εκείνη βγήκε βόλτα στη λίμνη και της είπε να πάει να τον βρει κάπου νότια για διακοπές, 17 ώρες δρόμο. Κι η χαζή πήγε. Αλλ’ αυτός την παράτησε μόνη για 2 μερόνυχτα σ’ ένα δωμάτιο σάπιο και στενό ψηλά σ’ ένα λόφο κι εκείνη ζεσταινόταν, φοβόταν, λυπόταν και την καρδιά της αλώνιζαν ξυράφια απ’ τον πόνο. Στα πόδια της η θάλασσα στραφτάλιζε. Την είδε μόνο δυο φορές, όταν πήγαινε εκεί κι όταν έφυγε. Όπως κι εκείνο το αγόρι που την είχε καλέσει εκεί για διακοπές. Δυο φορές.



Ένας άλλος που αγαπούσε αλλά δεν το’ ξερε ως τότε, την πήγαινε βόλτες μεγάλες και της φερόταν σα μωρό , της μαγείρευε και την πήγαινε σινεμά ή για ψώνια, σ’ εστιατόρια και μπυραρίες και παντού όλη τη νύχτα κι ήταν ο φίλος του άλλου που αγαπούσε και δεν έπρεπε, τη φίλησε ένα βράδυ με πανσέληνο σ’ ένα μπαλκόνι με θέα Ακρόπολη κι ήρθε το σύμπαν άνω κάτω.

Μια νύχτα που είχαν πιει της έκανε κακό κι εκείνη το κατάλαβε μετά από μέρες. Στη διαδρομή για το νοσοκομείο σκεφτόταν τι της συνέβη και η κατάστασή της επιδεινώθηκε. Εκείνη δεν του ξαναμίλησε. Εκείνος δεν την έψαξε ποτέ. Δεν ζήτησε καν συγγνώμη. Της άφησε όμως προίκα. Από τότε όποτε της συμβαίνει κάτι άσχημο και έντονο παραλύει και δεν μπορεί να αναπνεύσει ή να μιλήσει. Όπως τότε.



Πρόσφατα ερωτεύτηκε ένα αγόρι αλλιώτικο από τα άλλα, από τα προηγούμενα και από όλα, γενικά, που είχε αστράκια στα μάτια και στην καρδιά χρυσάφι και όταν την κοίταζε ένιωθε μια αόρατη κουβέρτα να την σκεπάζει και ασυναίσθητα χαμογελούσε και πλημμύριζε με χαρά, ενθουσιασμό, αγάπη, αφοσίωση κι ήθελε να τσιρίξει αλλά κυρίως σώπαινε γιατί ήταν κάτι πολύ μαγικό και μυστήριο και το φύλαγε για τον εαυτό της.

Κι όλες οι βόλτες τους με ανοιχτά παράθυρα είχανε φούσκες που χαρούμενα πετούσαν κι άφηναν πίσω τη μαμά σαπουνάδα, λιχουδιές και νόστιμα φαγητά, πασαλειμμένα μούτρα από παγωτό, φιλιά σαν γλυκιές φράουλες. Αυτή η τελευταία της αγάπη είχε πολλά κοινά με την άλλη, την πρώτη της.



Ο πρώτος που αγάπησε παρέμενε για χρόνια ο καλύτερός της φίλος. Κι ας ήταν μακριά. Ο δικός της άνθρωπος. Τυχαία μονάχα μία φορά μέσα σε 7 χρόνια τον είδε στο δρόμο και καταχάρηκε. Φιλιά, αγκαλιές, να βγούνε για καφέ επιτέλους να τα πουν σαν άνθρωποι. Δεν έγινε ποτέ. Όλο έλεγε να του τηλεφωνήσει να βγούνε και πάντα κατέληγαν να τα λένε από το τηλέφωνο, μια έλειπε εκείνος μια δεν μπορούσε αυτή. Τον σκεφτόταν γιατί του είχε στείλει και μήνυμα προχτές αλλά αυτός δεν της απάντησε. Χαμογέλασε πικρά.



Απ’ το ονειροπόλημά της και τις καλοκαιρινές αναμνήσεις της την έβγαλε ο ήχος του κουδουνιού που πρέπει να χτυπούσε εδώ και κάμποση ώρα. Σκουπίστηκε βιαστικά με μια απαλή, μεγάλη πετσέτα και στάζοντας, ακόμη, κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Από το ματάκι μπόρεσε να διακρίνει το ξυρισμένο κεφάλι του συμφοιτητή της που η τύχη θέλησε να τους κάνει και γείτονες. Ιδρωμένος και πολύ, πολύ ταραγμένος.


Η πόρτα άνοιξε με ένα δυσοίωνο τρίξιμο, ένα παράθυρο κάπου έκλεισε δυνατά από τον αέρα. Έναν μπαμ σαν πυροβολισμός, κατευθείαν στο στόχο. Το στόμα του αγοριού ανοιγόκλεινε μα εκείνη δεν άκουγε, ένα βουητό κάλυπτε τα πάντα, τον κοίταξε για μια στιγμή σα χαμένη και μετά μαύρισε ο τόπος γύρω της. Η αναπνοή της δεν έφτανε ως τα πνευμόνια. Τα πλευρά της πάλλονταν απεγνωσμένα. Η καρδιά της για μερικά δευτερόλεπτα σταμάτησε να χτυπάει. Η τυλιγμένη στο κεφάλι πετσέτα προστάτευσε το κρανίο της από το να συντριβεί καθώς εκείνη σωριαζόταν πελιδνή και αναίσθητη στο μάρμαρο.



Όταν άνοιξε τα μάτια αντίκρισε ένα ξένο δωμάτιο, με τοίχους υποκίτρινους και γυναίκες με

καπελάκια, σύριγγες και λευκές στολές. Όταν κατάλαβε πού βρισκόταν και τι είχε συμβεί δυο μικρά ρυάκια άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της και να κυλάν στο πηγούνι, στο λαιμό, στις λακουβίτσες των αυτιών της, στο στήθος της. Γύρισε το κεφάλι από την άλλη κι έκλεισε τα μάτια. Ο πόνος οξύς, διαπεραστικός, στην καρδιά. Δε μιλούσε για μέρες. Νευρικό κλονισμό, το είπαν, ανάπαυση και υπομονή, θα συνέλθει με τον καιρό, συνέστησαν οι γιατροί.


Ήρθε να τη δει ο συμφοιτητής της. Εκείνος την είχε μεταφέρει στην κλινική που νοσηλευόταν. Με καρτερία και ελπίδα κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια του γιατί δεν ήθελε να πιστέψει εκείνο που της είχαν ψελλίσει τα χείλη του, τότε, στο σπίτι της. Βούτηξε στο βλέμμα του, στις δυο μικρές λίμνες που είχαν αρχίσει να ξεχειλίζουν από απόγνωση και πόνο. Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι, δε μίλησε. Τι να έλεγε άλλωστε. Της έσφιξε μόνο για μερικές στιγμές το χέρι. Γύρισε από την άλλη , σφάλισε τα μάτια και για μία ακόμη φορά ένα βουβό κλάμα της κράτησε συντροφιά για τις επόμενες μέρες και νύχτες.



Θυμόταν την πρώτη της αγάπη. Ήταν πια φίλοι, παραπάνω από φίλοι, ήταν οικογένεια. Αόρατοι δεσμοί τους ένωναν, δυο θάλασσες τους χώριζαν, ένας εφηβικός άγουρος έρωτας που εξελίχθηκε σε βαθιά ανθρώπινη αγάπη τους κρατούσε μαζί στον αιώνα τον άπαντα. Παντού και για πάντα.


Το απομεσήμερο εκείνο του Ιούλη που χτύπησε η πόρτα εκείνη έτρεξε όπως όπως με τα νερά να στάζουν από πάνω της, για να ανοίξει στον καλό της φίλο και συμφοιτητή. Χίλιες φορές από τότε ευχήθηκε μέσα της σιωπηλά να μην είχε ακούσει ποτέ το κουδούνι.


Ανοίγοντας, σκεφτόταν ακόμη, ότι του είχε στείλει μήνυμα , του πρώτου της έρωτα, να δει τι κάνει κι αναρωτιόταν γιατί δεν της απάντησε. Μήπως δεν είχε μονάδες ή μήπως με κάτι είχε θυμώσει μαζί της και την απέφευγε? Κι αν ναι, τι να’χε πει ή κάνει και να τον είχε θυμώσει? Αυτός πάντα της έστελνε κάτι, έστω και κάτι άσχετο. Δεν της απάντησε, δεν την πήρε τηλέφωνο, γιατί, ρε γαμώτο..








Γιατί είχε σκοτωθεί.








Έχει περάσει ήδη ένας χρόνος και ακόμη κλαίει τα βράδια. Δε μιλάει ποτέ πια γι’ αυτό. Λίγο αλλόκοτη, με ξαφνικά ξεσπάσματα και συννεφιασμένα μάτια. Την έχουν συνηθίσει. Μα δε ρωτάνε. Ξέρουν. Αυτό που εκείνη δεν ξέρει είναι πού τον έχουν θαμμένο, να πάει να αφήσει μερικά λουλούδια και να του πει τα νέα της κι ένα τρυφερό αντίο. Θυμάται μόνο, χαζεύει χαμόγελα ξεθωριασμένα σε παλιές κορνίζες και διαβάζει μανιωδώς τα ημερολόγιο εκείνης της εποχής, τότε που ακόμα ήταν στον κόσμο των ζωντανών και γελαστός της χάριζε τον κόσμο και λουλούδια και βέρες στα κρυφά, την πήγαινε βόλτες με το μηχανάκι και διακοπές και την κερνούσε τα βαριά του τσιγάρα.


Κι αν την αξιώσει ο θεός να γίνει μανούλα, θα ζητήσει από τον άντρα της να δώσουν σε ένα μωράκι τ’ όνομά του. Θα καταλάβει.

20/5/10







με μια ασπρη γομα εσβηνε τα τελευταια γραμματα που ειχε στειλει.

ειχε πλυνει τα πιατα που ειχαν λερωθει με τουρτα φραουλα θελοντας ετσι να εξαφανισει ολα τα μικρα συννεφα απο σαντιγυ και ροζ κρεμα.



κρεμασε την ποδια στο καρφι διπλα απ'την πορτα και ευχηθηκε να ειχε μια φωτογραφια με αναμμενα κερακια για να την ζεσταινε τωρα που αρχισε να φυσαει.

φορουσε ενα καλοκαιρινο, κοντο, νυχτικακι με τον μπαγκς μπαννυ να της πιανει το αγουρο στηθος και καλτσες ριγε, πολυχρωμες μεχρι τους μηρους κρατωντας τους ομηρους.



ξεβιδωσε ολες τις λαμπες απο το στερεωμα για να μην μπαινει ποτε φως και εμεινε να πλεει σε μια υγρη μουσικη, σαν χλιαρη σουπα που τρως ανορεχτα με ρηχο κουταλι. εκει που εφτανε το ματι φυτρωνε μια γκριζα θαλασσα με σκουριασμενες ακτες κι εκει που τελειωναν τα σπιτια αρχιζε η ερημος.




οταν ο αερας γαβγιζε ετρεχε η νυχτα να του δωσει μια μπλε κουβερτα να σκεπαστει ως τα ματια κι οταν το φως ερχοταν το πρωι εστυβε με μανια το πορτοκάλι που ανετειλε απο τον οριζοντα.

υστερα τ'απογευματα που ηθελε να κλειστει στο δωματιο κι εξω ο κοσμος γινοταν σεπια σαν πολυκαιρισμενη φωτογραφια, διαβαζε στον τοιχο γραμματα απο αγιοβασιλεμα που περνουσαν διακεκομμενα απο τις μισοκλειστες γριλιες.

εχυσε πανω στην πλακετα φιλτρο μητρικο και σχηματιστικαν ρυακια με βουλιτσες σαν διαδρομες του μετρο.



προσπαθησε να τελειωσει συντομα κι εψαχνε τον πιο γρηγορο δρομο και μαλωνε με τον τροπο που τη δυσκολευε: αυτον του ''λεγειν'', τον ''κατα καποιον'' κι αλλοτε παλι τον ''τινά''. ζουληξε το σωληναριο της οδοντοκρεμας πανω στις ορθιες τριχες κι εβγαλε ενα σκουληκι μπλε ηλεκτρικ που δεν επαιρνε ρευμα απο πουθενα. βουρτσισε δυο σειρες απο εμφανη κοκαλα και κοιταξε στον καθρεφτη τα σαν απο τυρι φτιαγμενα δοντια της.


δοκιμασε ενα απαλο κιτρινο φορεμα σαν σπιτικη λεμοναδα και δροσισε το μετωμο της με μια υγρη παλαμη. εφταναν τα μαλλια της κατω απο το στηθος και σαν γοργονα φοβηθηκε για την εποχη του ψαρεματος.




τα'πλεξε σε κοτσιδες με εκπληκτικη δεξιοτεχνια παρ'οτι εγερναν προς τ'αριστερα σχηματιζοντας κουλουρες και τσουρεκια και ποτε δεν καταλαβε γιατι οι Γαλλοι ειχαν ανακαλυψει ολα τα ομορφα και χρησιμα πραγματα, το γαλλικο φιλι, τις γαλλικες πλεξουδες, το γαλλικο κλειδι , τις τηγανιτες πατατες.

τυλιξε ολα τα διπλωμενα της ρουχα σε ρολα και τα κατεβασε γιατι σκοπευε να λειψει. οταν την επισκεφθηκε η θλιψη ειχε ετοιμασει ενα σχεδιο που αποδειχτηκε σχεδία και μολις αρχισε να πεφτει η λυπη σαν κομφετι απ'τον ουρανο ανεβηκε πανω της και σωθηκε.


2/3/10

γενεθλια.

εμβρυα ακομη οταν ηταν, κανεις δεν ηξερε πως ειναι δυο κι οχι ενα. στο νησι δεν ειχαν υπερηχο. ακομη. χαϊδευε η μαμα την κοιλια κι ονειρευοταν ποτε ενα σκανταλιαρικο αγορακι με ματωμενα γονατα και ποτε ενα χαριτωμενο κοριτσακι με κοτσιδακια, φιογκους και κοκαλακια. οταν την επιασαν οι πονοι στους 8 μηνες τρομοκρατηθηκε. στο νοσοκομειο την καθησυχασαν. ζοριστηκε, πονεσε, ιδρωσε, ουρλιαξε, γεννησε. οταν οι γιατροι της ειπαν οτι ερχεται και δευτερο κοντεψε να της ερθει κολπος.


στις φωτογραφιες φορουσαν παντα τα ιδια ρουχα και ειχαν την ιδια ξαφνιασμενη και χαρουμενη εκφραση, ποτε πασαλειμμενοι με σοκολατες και ποτε χτυπωντας παλαμακια απο τη χαρα τους. τα μαλλια τους, δαχτυλιδια, μπουκλες ατιθασες, οι κινησεις τους, οι εκφρασεις τους, ιδιες.


στην ταξη υπηρχαν αλλα 4 ζευγαρια διδυμων. ο μπαμπας ηταν δασκαλος αλλα ποτε δεν τους ξεχωριζε απο τα αλλα διδυμα, ουτε απο τα αλλα παιδακια. τις μερες που ειχε καλο καιρο οταν τελειναν το σχολειο πηγαιναν στη γιαγια στο χωριο. ψαρευαν, λασπωνονταν, επαιζαν κυνηγητο.


με την πρωτη εφηβεια αρχισαν να διαφοροποιουνται. ο ενας πιο κλειστος, πιο ντροπαλος, πιο ''σοβαρος'', ο αλλος εξωστρεφης και λιγο πιο επιπολαιος. κουρεψαν και τα μαλλια τους διαφορετικα, τους αρεσαν διαφορετικες -ευτυχως-γυναικες , εκαναν μηχανογραφικο και περασαν σε διαφορετικες πολεις. ο ενας βορεια ο αλλος στον θεσσαλικο καμπο.


συχνα συναντιοντουσαν τα δυο αδερφια, ποτε πηγαινε ο ενας στη λαρισα ποτε ανεβαινε ο αλλος προς τα πανω. αυτες οι συνευρεσεις ηταν παντα σαν γιορτες. δικες μας. η οικογενεια ηταν ο,τι πιο σημαντικο, μαζι με την εκκλησια.
ακολουθησαν διαφορετικους επαγγελματικους δρομους, ο ενας γυρισε στο νησι, ο αλλος μετοικησε σ'αλλο. ο πρωτος παλευε να παρει το πτυχιο του, εδινε εξετασεις στο λιμενικο, επαιρνε αστερια στις καταδυσεις, παλευε να καταφερει κατι σπουδαιο. αφοτου χωρισαμε δεν μαθαινα και πολλα για τις κατακτησεις του, ωστοσο ξερω οτι ηταν με καποια. ο δευτερος χορτασε απο γυναικες και τρελες και βρηκε λιμανι στην αγκαλια της καλης του, ανοιξαν ενα μαγαζι μαζι και ζουσαν ευτυχισμενοι.

-------------------------------------------------------------------------------------------


ενα βραδυ του καλοκαιριου χτυπησε το τηλεφωνο. ενα αμαξι στραπατσαρισμενο απο μετωπικη συγκρουση. η μαμα ουρλιαξε και σωριαστηκε κατω μην μπορωντας να το πιστεψει, να το δεχτει, να το αντεξει. ο μπαμπας παγωσε για μια στιγμη κι επειτα εβαλε μπρος το αμαξι και πηγε τρεχοντας ως εκει. ενα αγορι, ενα κοριτσι. το κοριτσι εξεπνευσε μετα απο μια βδομαδα στην εντατικη. το αγορι δεν καταλαβε τιποτα. ακαριαια. ετσι οπως μονο το κακο ξερει να χτυπαει.

ο δευτερος αδερφος αφησε το μαγαζι και ξαναγυρισε στο νησι. ηταν πολυ δεμενα τ'αδερφια και δεν μπορουσε να τον αφησει μονο του, να κρυωνει κατω απο το χωμα.

μια μερα σαν κι αυτην, που η ανοιξη φοραγε Μαρτη στον καρπο και μαζευε λουλουδια, μια μερα σαν κι αυτην ενα σπιτι δεχοταν γλαστρες, μπαλονια και λουλουδια εις διπλουν, για τα διδυμα γεννητουρια.
μια μερα σαν κι αυτην για 26 χρονια εκαναν παρτυ στην παραλια, στα μπουζουκια, στο δρομο και χορταιναν ευχες και δωρα.
τωρα η μαμα παιρνει μονο τον εναν τηλεφωνο. τωρα ο μπαμπας χαριζει μονο στον εναν μηχανακι, αυτοκινητο, σπιτι.
μια μερα σαν κι αυτην θελω να παρω τον αδερφο του τηλεφωνο για να του πω ''χρονια πολλα'' ενω το αλλο μισο ειναι στον ουρανο και νιωθω μονο πονο. και τα λουλουδια που η ανοιξη μαζευε και στο χερι φοραγε Μαρτη , μια μερα σαν κι αυτην, θα καταληξουν σ'ενα κρεβατι απο μαρμαρο και σκαλιστους αγγελους.


ο,τι κι αν πω δε σε ξεχνω.
να εισαι καλα εκει πανω και να μας προσεχεις.

6/2/10

λέλε μάικω



Ήταν μια μέρα που τα πουλιά πετούσαν χαμηλά,τρομαγμένα, σαν βέλη μαύρα που έτρεχαν.Ήταν κι ο ουρανός που'χε τυλίξει τους πάνω ορόφους των σπιτιών σα να τ'αγκάλιαζε.Όταν ξεκίνησε να βρέχει μούσκεψαν και τα μάγουλά της.Δάκρυα στα τζάμια κι αέρας παγωμένος που έμπαινε απ'τις χαραμάδες.

Θυμήθηκε τότε, που ήταν μικρούλα και πήγαινε στη γιαγιά.Έψηναν κάστανα στη σόμπα που μπουμπούνιζε-η γιαγιά ήταν κρυουλιάρα σαν εκείνην-, έβαζαν φλούδες μανταρίνι και μοσχομύριζε το δωματιάκι. Έξω είχε κρύο, σχεδόν πάντα βροχή, μελαγχολία, τοπία γκρίζα.Ο στάβλος της Πανάγιως, το σπίτι της Βαγγελιώς, η αυλή της κυραλεξάνδρας.Καμιά τους σήμερα δεν ζει. Όταν ήταν εκεί δεν ήταν κατηφής.Μια αγάπη σαν μυρωδιά από καμμένη ζάχαρη την πλημμύριζε, τη γέμιζε, τη μεθούσε.Διάβαζαν από φυλλάδες της εκκλησίας τα θαύματα της Αγία Ειρήνης, για στέρφες μάνες που γεννούσαν δίδυμα, για ανίατες ασθένειες που η δύναμη της πίστης εξαφάνιζε,για τυφλούς που ξανάβρισκαν το φως τους, για θαύματα.Τα βράδια στην ασπρόμαυρη τιβι παρακολουθούσαν με κατάνυξη και δέος τον Ιησού από τη Ναζαρέτ. Έπλεκε η γιαγιά πατούνια. Και μαγείρευε. Της έφτιαχνε πιτουλίτσες με κανέλα και μέλι, πασπάτες, πατάτες τηγανιτές. Στο μικρό κουζινάκι στο διάδρομο που οδηγούσε στη σάλα τρεμόπαιζε πάντα η φλόγα από το άσβεστο καντήλι.Φοβόταν να περάσει μόνη της , νύχτα, απ' το κουζινάκι. Ένιωθε όλα εκείνα τα μάτια στα αποστεωμένα πρόσωπα των αγίων να την κοιτάνε. Όταν δεν είχε τιποτα η τηλεόραση ο παππούς έβαζε ράδιο. Έβρισκε σταθμούς με με νταούλια και ζουρνάδες και χόρευε. Πιανόταν και η γιαγιά μαζί του. Δυο γεροντάκια με χαμόγελα, ζάρες, μασέλες κι αγάπη.
Στο έπιπλο που είχαν την τηλεόραση μέσα από δεκάδες ετερόκλητες κορνίζες τα εγγόνια τους γελούσαν.



Το καλοκαίρι εκείνο του 2004 ο καρκίνος είχε πια για τα καλά θερίσει τα συκώτια του παππού. Σαν καντήλι άσβεστο δίπλα του η γιαγιά. Καμία Αγία Ειρήνη και κανένας Ιησούς δεν κατάφεραν να παρατείνουν εκείνες τις ευτυχισμένες μέρες. Η γιαγιά απ' την πολλή αγάπη που του είχε τον ακολούθησε ακόμα κι εκεί, στο Δρόμο για τον Κήπο.


Κάτι σαν κλικ άκουσε τότε μέσα της, κάτι σαν άδειασμα, σαν παράλυση. Σαν θυμός.Σαν βουή. Ένας αφόρητος πόνος που έκοβε την ανάσα, έκλεινε τη φωνή, κλείδωνε τα μάτια.Και δεν τους έκλαψε ποτέ.




Όποτε βρέχει κυλάει στα τζάμια όλος ο πόνος της απώλειας κι όλη η αγάπη που σαν μυρωδιά καμμένης ζάχαρης την πλημμύριζε κι έχει σιρόπι πηχτό στα σωθικά της απομείνει.

5/12/09

χτες έπεσα από πολύ νωρίς για ύπνο. σήμερα σηκώθηκα χορτάτη στις 8. χτύπησε κατα λάθος το ξυπνητήρι και με τρόμαξε, ειδάλλως θα χουζούρευα κι άλλο. έξω ο καιρός αμφιταλαντευόταν μεταξύ μουντίλας και φωτός. τα καλοριφέρ δεν μας τα έχουν ανάψει καθόλου φέτος κι ας κοντεύουν χριστούγεννα. φόρεσα μια ζακέτα και πήγα στην κουζίνα. καθάρισα δυο μικρές πατάτες κι έβαλα το τηγάνι με λάδι στο μάτι, να κάψει. ταυτόχρονα ετοίμασα και την καφετιέρα για τον περίφημο γαλλικό καφέ που αγαπώ. άλλαξα φίλτρο, έβαλα νερό, καφέ σε σκόνη, πάτησα το ΟΝ. έριξα στο τηγάνι μια λωρίδα μπέικον και μοσχομύρισε ο τόπος.και μετά 2 αυγά.μάτια.όταν ήταν έτοιμα τα έβαλα στο πιάτο όλα μαζί και τα πασπάλισα με φρεσκοτριμμένο πιπέρι, έριξα κι αλάτι χοντρό, έκοψα 2 φέτες χωριάτικο ψωμί. γέμισα μια μεγάλη κούπα με καφέ γάλα και ζάχαρη και βρέθηκα στη χώρα της ευδαιμονίας.
ακούω στο ράδιο φρανκ σινάτρα -νιου γορκ και το βαλς της αμελί. μμμ..
ο καιρός το'χε γυρίσει σε βροχή.


όταν ήμουν στην καστοριά τα περισσότερα πρωινά μας ήταν τέτοια, μουντά, βροχερά και κρύα, από κείνα που δε θες ν'αφήσεις το κρεβάτι σου για κανέναν λόγο στον κόσμο. όταν δεν είχαμε σχολή έφτιαχνα τέτοια πρωινά, βασιλικά, με ενισχυμένα τοστ με διπλά υλικά, μαρμελάδες, καφέδες με γεύση φουντούκι, μπουγάτσες ζεστές. τα δύο πρώτα χρόνια ζούσα στον κόσμο του έρωτα και δεν έπαιρνα χαμπάρι τι συνέβαινε γύρω μου.ήμασταν εμείς και όλοι άλλοι.είχαμε το σπίτι μας, το μηχανάκι μας. τις εκδρομές μας.κάποια στιγμή μας τη βίδωσε και ανταλλάξαμε κρυφά ασημένιες βέρες με τ'αρχικά μας επάνω.παιδιά ήμασταν, λειτουργούσαμε τελείως αθόρμητα και χωρίς δεύτερες σκέψεις.το'χα ξεχάσει το σκηνικό με τα δαχτυλίδια, τυχαία κάτι μου το θύμισε.σ' όποιον το'χω πει μου λεει πως αυτό ήταν μυστικός αρραβώνας.

τα επόμενα δύο χρόνια της παραμονής μου εκεί το σκηνικό άλλαξε. έγινα εσωστρεφής και μονόχνωτη, έμαθα μόνη μου κιθάρα και δοκίμαζα διαφορετικά ντεκόρ στο σπίτι.έπαιρνα τη φυσαρμόνικα και πήγαινα στην προβλήτα στη βόρεια παραλία μαζί με ένα μπουκάλι κρασί και καθόμουν για ώρες. ξεχνιόμουν. έβαψα το σπίτι. έκανα έναν βυθό με ψάρια, χταπόδια, μέδουσες.κάποιους τοίχους ριγέ. έφτιαξα δικά μου έπιπλα και φωτιστικά.έπαιζα αρμόνιο.έφτιαχνα πρωινά βαρβάτα και ενίοτε χάζευα τα πρωινάδικα. γράφτηκα σε θεατρική ομάδα.γνώρισα τον πιο καλό και αγαπημένο μου φίλο.και βγήκα απ' το σκοτάδι.γιατί μαζι γελούσαμε για ώρες, γιατί είχαμε έναν κώδικα επικοινωνίας διχως λόγια, γιατί είχαμε μια φιλία κι ένα δέσιμο πρωτόγνωρο, ζεστό, αληθινό, βαθύ, δυνατό. απέκτησαν άλλο νόημα οι βόλτες στη λίμνη αφού διακωμωδούσαμε τα πάντα και στήναμε αυτοσχέδια θεατρικά στη μέση του δρόμου μέχρι να πέσουμε κάτω από τα γέλια.και τα θεωρούσαμε όλα φυσικά, πως μας ανήκει η χαρά, πως όλα θα'ναι πάντα έτσι, αγνά, χαρούμενα κι αθώα.



όταν έφυγα από εκεί και ήρθα στην αθήνα ήμουν εύθραυστη και τρομαγμένη.τα χρόνια που ακολούθησαν με βρήκαν συναισθηματικά κουρέλι καθώς η ερωτική μου ζωή ήταν ένα μόνιμο σκωτζέζικο ντουζ. και αρρώστησα και έγινα καλά και ξαναρρώστησα και ξαναέγινα καλά ε ώσπου κάποτε αποφάσισα να πάψω. κι άλλαξα εκατό δουλειές μέχρι να βρω κάποια που να με εκφράζει και να είμαι ήρεμη σε αυτήν αλλά δεν έχω καταλήξει σε κάτι ακόμη παρόλο που όλες τους ήταν για μένα σχολείο.σχεδόν τέσσερα χρόνια και δεν έκανα ούτε έναν καινούργιο φίλο.είχα όμως πολλούς γνωστούς. που έπειτα κάποιοι γίναν φίλοι.

αν με ρωτήσεις πώς περνάω τώρα θα σου απαντήσω ''σχεδόν υπέροχα''. έχω μια ήρεμη και ευτυχισμένη προσωπική ζωή που με βοηθάει να ξεπερνώ τις δυσκολίες που έχω στην καθόλου ήρεμη επαγγελματικη μου ζωή.ο πιο κοντινός μου άνθρωπος είναι αστείος και τρυφερός, με ηρεμεί και με στηρίζει, ενίοτε με παρηγορεί και μου μαθαίνει την αγάπη όπως θα'πρεπε να είναι. η παρέα μας αποτελείται απο φιλους με κοινα ενδιαφεροντα και κοινή αγάπη στη μουσική και στα μακαρόνια (!), κάνουμε πλάκα και περνάμε τρομερά όλοι μαζί. και ξέρω πως όταν είμαστε έτσι, μαζί, χαμογελαστοί και ανέμελοι κάποιο ρολόι μετράει το χρόνο αντίστροφα. και η εποχή της ευδαιμονίας θα πάψει.

ο φίλος που έκανα στην καστοριά και γελούσαμε, μένει εδώ, κοντά μου, περνάμε στιγμές μαζί, πιο σοβαροί, πιο κουρασμένοι, πιο προβληματισμένοι με τις ζωές μας, πάντα όμως αγαπημένοι και συνοδοιπόροι.είν' όμως άρρωστος και τρέμω μη μου πάθει.

ένας συνεργάτης στη δουλειά χτύπησε στην μπάλα κι έπαθε άσχημο εγκεφαλικό-είναι εντατική βδομάδες τώρα.ίσως και να μη ζήσει.

το αγόρι που είχα στην καστοριά σκοτώθηκε.



το ρολόι που μετράει αντίστροφα ως το τέλος της ευδαιμονίας είχε αρχίσει να δουλεύει από καιρό.
πριν πω στο θεό ''κάνε αυτό, σε παρακαλώ'', οφείλω να πω ''ευχαριστώ''. ξέρω πως έρχονται ακόμα χειρότερα.


26/10/09

i pio ateleiwti mera


simera einai i pio ateleiwti mera. i pio megali monaksia edw kai aiwnes. tomoi kyriakis stoivagmenoi o enas panw ston allo.xrisimeyoun ws coffee table, ws siderwstra, trapezi gia to monaxiko sou geyma, thranio gia to pc, epiplo gia tin tv.
simera einai i pio ateleiwti mera.

ginetai otan leipei aytos n'adeiazei oli i poli?
erxetai dyskolos xeimwnas.
ki akoma pio megales kyriakes.
ki akoma pio polli monaksia. kai kryo. kai wres.
ena sfyri parakalw na spasw to xrono-

21/7/09

To ΛΑΜΔΑ εις την ΝΙ

ζήλευα τότε τη μανουέλλα. και σου'κανα σκηνές όποτε άκουγα τ' όνομά της.κι εσύ γελούσες και με πείραζες και μου'λεγες ''ρε χαζό..εσύ είσαι η κοριτσάρα μου, η αγάπη μου'' και τότε την ξεχνούσα.
άλλαζες σπίτια λες κι ήταν ρούχα. έκανες πατρίδα σου κάθε γειτονιά που σε φιλοξενούσε.
τις μισές μας μέρες μετακομίζαμε και τις άλλες μισές ταχτοποιούσαμε το ''καινούργιο σπίτι'' που μονίμως είχε ρούχα σε βουνά και στο πάτωμα
χνούδια και ''μπάμπαλα'' .
και θέλαμε επιτέλους ένα σπίτι με θέα στη λίμνη αλλά ποτέ δεν το βρίσκαμε και αλλάζαμε σαν τους τσιγγάνους.
ατέλειωτες βόλτες στο ντολτσό.
τα φανελένια σεντόνια και οι καρώ πυτζάμες.
αγκαλιασμένες κυριακές στο κρεβάτι.κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο.όλες της καστοριάς οι ταβέρνες.
καρναβάλια.παγωνιά.έγχρωμες πολαρόιντ της στιγμής με μούρες βαμμένες.
μ'έμαθες να οδηγάω μηχανάκι. και με ταχύτητες και χωρίς.βγήκαμε και φωτογραφίες.φορούσα φούξια μπλούζα κι είχα κοτσιδάκια.
παίρναμε από το σουβλατζίδικο ροζ χαρτοπετσέτες και τις μοιράζαμε με το μηχανάκι στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων. από μακριά έμοιαζαν με κλήσεις.κωλοπαίδια.
το πρώτο μας καλοκαίρι κόντεψα να σε ξεχάσω.κατασκήνωση.δεν σου είπα ποτέ τι με είχε αλλάξει.
δεύτερο καλοκαίρι και κατασκήνωση της λήθης ξανά.
όσες φορές κι αν σε αρνιόμουν, γύριζα πίσω και με περίμενες στην κατηφόρα με χέρια ανοιχτά και μάτια που έλαμπαν.
έχω ακόμη την μπλούζα σου που όσο κι αν την πλένω μυρίζει το μαλακτικό της μαμάς σου.
η γιαγιά σου που με είχε συμπαθήσει,<<κατερ'νέλ' >>με φώναζε κι εσύ, γρουνέλ'.έχει μείνει η ατάκα ακόμη.
τα σοκολατάκια φερρέρο ροσέ που τα έλεγες ''σελόλο-λοφάν'' και τους αγγέλους που έλεγες ''βερουχείμ''.και που φορούσα καμιά φορά λιπ γκλος κι εσύ το' λεγες '' γλυψ-γλοψ''.πόσο γελούσαμε με την αφέλειά σου.
τότε που είχα έρθει στο νησί και κοιμόσουν με τον ντίνο για να βολευτώ εγώ στο μεγάλο.και μια φορά που δούλευες και σου έκανα έκπληξη στο σπίτι, καταχείμωνο.
που έκανες παρέα με τον πάνο- που- τον- είχε- χωρίσει- η -τάνια και σου'βαζε ν'ακούς όλη μέρα πλούταρχο.και σου άρεσε το ''αχ κορίτσι μου'' γιατί σου θύμιζε εμένα.
που ένας μαυρούλης είχε ξεχάσει δίπλα σου έναν πάκο σιντι και μου τα χάρισες όλα.και που μου αγόρασες το σιντί των παπαροκάδων.
της γερακίνας γιος το τραγούδι σου.πάντα γελαστό σε θυμάμαι.

σήμερα τέλειωσε το καλοκαίρι μου

το λάμδα εις την νι
σφυροκοπάει στο κεφάλι μου
εκατομμύρια ΜΗ
ουρλιαχτά μέσα μου


εφτά χρόνια δεν ήπιαμε ''εκείνον τον καφέ'' που όλο κανονίζαμε.
λυπάμαι

λ υ π α μ α ι


Λ Υ Π Α Μ Α Ι

δεν ήμουν εκεί.

θα σε θυμάμαι.

2/7/09

Τα τΕλεΥτΑίΑ ΒρΆδΙα

..πέφτω έτσι, χωρίς σκοινί ασφαλείας. χωρίς σελίδες νωπές σε ημερολόγιο.





..χωρίς τραμπάλισμα και ταξίδι, φούσκες, παγωτά και μεταλλόφωνα.







..τσίνορα ματιών γρατζουνιές νύχτας και πεταλουδίσματα. σαν γιορτή φορεμένη στους ώμους. μπλε.





..σκόνη και μούχλα στερεωμένη στο λαιμό.μικρές δαγκωματιές στον ουρανίσκο.γεύση συκιάς.




νερό.και απορρυπαντικό ΟΜΟ στο βρεγμένο τσιμέντο.σαγιονάρες πλαστικές.




..συλλογή από άμμο ανάμεσα νύχι και κρέας.ήλιος καθισμένος στην πλάτη και στα γόνατα.αλάτι τυλιγμένο γύρω από κάθε οπή.θα τσούξει.θα περάσει.




..ελλάς του σεφέρη και του ελύτη.εκστατική.αιώνια.κρουστό φως και μάτια νερένια.κελάρρυσμα.διάφανες μέρες τρεμουλιαστές.





..κληματαριά και φανελάκι κολλημένο,μικρές ξυπόλητες καληνύχτες.




το χριτς της σελίδας.




γιασεμί, κιλίμια,





βρώμικα πόδια στη γούρνα.





..χρόνος χαμένος μακριά σου.

;;

Template by:
Free Blog Templates

eXTReMe Tracker