20/5/10







με μια ασπρη γομα εσβηνε τα τελευταια γραμματα που ειχε στειλει.

ειχε πλυνει τα πιατα που ειχαν λερωθει με τουρτα φραουλα θελοντας ετσι να εξαφανισει ολα τα μικρα συννεφα απο σαντιγυ και ροζ κρεμα.



κρεμασε την ποδια στο καρφι διπλα απ'την πορτα και ευχηθηκε να ειχε μια φωτογραφια με αναμμενα κερακια για να την ζεσταινε τωρα που αρχισε να φυσαει.

φορουσε ενα καλοκαιρινο, κοντο, νυχτικακι με τον μπαγκς μπαννυ να της πιανει το αγουρο στηθος και καλτσες ριγε, πολυχρωμες μεχρι τους μηρους κρατωντας τους ομηρους.



ξεβιδωσε ολες τις λαμπες απο το στερεωμα για να μην μπαινει ποτε φως και εμεινε να πλεει σε μια υγρη μουσικη, σαν χλιαρη σουπα που τρως ανορεχτα με ρηχο κουταλι. εκει που εφτανε το ματι φυτρωνε μια γκριζα θαλασσα με σκουριασμενες ακτες κι εκει που τελειωναν τα σπιτια αρχιζε η ερημος.




οταν ο αερας γαβγιζε ετρεχε η νυχτα να του δωσει μια μπλε κουβερτα να σκεπαστει ως τα ματια κι οταν το φως ερχοταν το πρωι εστυβε με μανια το πορτοκάλι που ανετειλε απο τον οριζοντα.

υστερα τ'απογευματα που ηθελε να κλειστει στο δωματιο κι εξω ο κοσμος γινοταν σεπια σαν πολυκαιρισμενη φωτογραφια, διαβαζε στον τοιχο γραμματα απο αγιοβασιλεμα που περνουσαν διακεκομμενα απο τις μισοκλειστες γριλιες.

εχυσε πανω στην πλακετα φιλτρο μητρικο και σχηματιστικαν ρυακια με βουλιτσες σαν διαδρομες του μετρο.



προσπαθησε να τελειωσει συντομα κι εψαχνε τον πιο γρηγορο δρομο και μαλωνε με τον τροπο που τη δυσκολευε: αυτον του ''λεγειν'', τον ''κατα καποιον'' κι αλλοτε παλι τον ''τινά''. ζουληξε το σωληναριο της οδοντοκρεμας πανω στις ορθιες τριχες κι εβγαλε ενα σκουληκι μπλε ηλεκτρικ που δεν επαιρνε ρευμα απο πουθενα. βουρτσισε δυο σειρες απο εμφανη κοκαλα και κοιταξε στον καθρεφτη τα σαν απο τυρι φτιαγμενα δοντια της.


δοκιμασε ενα απαλο κιτρινο φορεμα σαν σπιτικη λεμοναδα και δροσισε το μετωμο της με μια υγρη παλαμη. εφταναν τα μαλλια της κατω απο το στηθος και σαν γοργονα φοβηθηκε για την εποχη του ψαρεματος.




τα'πλεξε σε κοτσιδες με εκπληκτικη δεξιοτεχνια παρ'οτι εγερναν προς τ'αριστερα σχηματιζοντας κουλουρες και τσουρεκια και ποτε δεν καταλαβε γιατι οι Γαλλοι ειχαν ανακαλυψει ολα τα ομορφα και χρησιμα πραγματα, το γαλλικο φιλι, τις γαλλικες πλεξουδες, το γαλλικο κλειδι , τις τηγανιτες πατατες.

τυλιξε ολα τα διπλωμενα της ρουχα σε ρολα και τα κατεβασε γιατι σκοπευε να λειψει. οταν την επισκεφθηκε η θλιψη ειχε ετοιμασει ενα σχεδιο που αποδειχτηκε σχεδία και μολις αρχισε να πεφτει η λυπη σαν κομφετι απ'τον ουρανο ανεβηκε πανω της και σωθηκε.


4 pLAymObIL:

Chryssa είπε...

ΡΕΤΙΛΕΕΕΕΕΕΕΙ!!!!!!

Έχω μείνει άφωνη... Δεν... Δεν... Δεν...

σούπερυπεροχότατο. :)

Holly είπε...

Είναι απλώς υπέροχο!!!!!!!.......

boo! είπε...

Σε ευχαριστω που με αφηνεις να δω λιγακι μεσα στο μυαλουδακι και την καρδια σου..

motsinutiles είπε...

Εγώ δε τον ήξερα τον κύριο, αλλά με έπεισες να τον ψάξω!:)

Template by:
Free Blog Templates

eXTReMe Tracker